Martin Heidegger – ΚΤΙΖΕΙΝ, ΚΑΤΟΙΚΕΙΝ, ΣΚΕΠΤΕΣΘΑΙ

Martin Heidegger

ΚΤΙΖΕΙΝ ΚΑΤΟΙΚΕΙΝ ΣΚΕΠΤΕΣΘΑΙ

Στό κείμενο πού ἀκολουθεῖ θά ἐπιχειρήσουμε νά σκεφτοῦμε τό κατοικεῖν καί τό κτίζειν.

Τό σκέπτεσθαι αὐτό, τό ὁποῖο ἀναφέρεται στό κτίζειν, δέν ἀξιώνει νά ἀνακαλύψει ἰδέες γιά τό κτίσιμο οὔτε βεβαίως νά προσφέρει στό κτίζειν κανόνες.

Τό συγκεκριμένο ἐγχείρημα τῆς σκέψης δέν παρουσιάζει ἐπ᾿ οὐδενί τό κτίζειν ὑπό τό πρίσμα τῆς οἰκοδομικῆς τέχνης καί τῆς τεχνικῆς ἀλλά, ἀκολουθώντας τό κτίζειν ἐκ τοῦ σύνεγγυς, τό ἐπαναφέρει σ’ ἐκείνη τήν περιοχή ὅπου ἀνήκει ὁτιδήποτε εἶναι.

᾿Ερωτᾶμε:

1. Τί εἶναι τό κατοικεῖν;

2. Κατά ποίαν ἔννοια τό κτίζειν ἐνέχεται στό κατοικεῖν;

Ι

Στό κατοικεῖν, ὅπως φαίνεται, ἀγόμαστε μόνο διά τοῦ κτίζειν.

Αὐτό, τό κτίζειν, ἔχει ἐκεῖνο, τό κατοικεῖν, ὡς στόχο.

῾Ωστόσο δέν εἶναι ὅλα τά κτίσματα κατοικίες.

῾Η ΓΕΦΥΡΑ καί ἡ ΑΙΘΟΥΣΑ τοῦ ἀεροδρομίου, τό ΣΤΑΔΙΟ καί τό ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ παραγωγῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος εἶναι ΚΤΙΣΜΑΤΑ ἀλλά δέν εἶναι κατοικίες·

ὁ σιδηροδρομικός σταθμός καί ὁ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΣ, ὁ ΥΔΑΤΟΦΡΑΚΤΗΣ καί ἡ [υπόστεγος, στεγασμένη, σκεπαστή] ΑΓΟΡΑ εἶναι κτίσματα ἀλλά δέν εἶναι κατοικίες.

Παρά ταῦτα τά κτίσματα πού ἀναφέραμε βρίσκονται ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ τῆς δικῆς μας κατοικήσεως.

———————————-

Η ΕΠΙΜΑΧΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ἐκτείνεται ΠΕΡΑ ἀπό αὐτά τά κτίσματα καί πάλι όμως ΔΕΝ περιορίζεται στήν κατοικία.

῾Ο ὁδηγός τοῦ φορτηγοῦ νιώθει στόν αὐτοκινητόδρομο σάν στό σπίτι του, δέν ἔχει ὅμως ἐκεῖ τό ἐνδιαίτημά του·

ἡ ἐργάτρια νιώθει στό ὑφαντουργεῖο σάν στό σπίτι της, δέν ἔχει ὅμως ἐκεῖ τήν κατοικία της·

ὁ ἀρχιμηχανικός νιώθει στό ἐργοστάσιο σάν στό σπίτι του, ἀλλά δέν κατοικεῖ ἐκεῖ.

Τά κτίσματα πού ἀναφέραμε ΣΤΕΓΑΖΟΥΝ τόν ἄνθρωπο.

Μένει σέ αὐτά κι ὡστόσο δέν τά κατοικεῖ, ἐάν δεχθοῦμε ὅτι τό κατοικεῖν σημαίνει ἁπλῶς κατοχή ΕΝΔΙΑΙΤΗΜΑΤΟΣ.

Βεβαίως, μέ τήν ἔλλειψη στέγης πού παρουσιάζεται σήμερα, ἡ ἄποψη αὐτή ἐξακολουθεῖ νά εἶναι καθησυχαστική καί εὐχάριστη·

τά κτίσματα ὅπου κατοικοῦμε μᾶς παρέχουν ἀσφαλῶς ἐνδιαίτημα, οἱ κατοικίες σήμερα μποροῦν μάλιστα νά ἔχουν καλή διαρρύθμιση, νά συντηροῦνται εὔκολα, νά προσφέρονται σέ προσιτές τιμές, νά εἶναι φωτεινές, εὐάερες, εὐήλιες, ὡστόσο:

ΠΑΡΕΧΟΥΝ ἄραγε οἱ κατοικίες τήν ἐγγύηση ὅτι ἐντός τους ἐπισυμβαίνει ήδη ἕνα κατοικεῖν;

—————————-

᾿Εντούτοις ἐκεῖνα τά κτίσματα τά ὁποῖα δέν εἶναι κατοικίες ἐξακολουθοῦν μέ τή σειρά τους ΝΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΟΙΚΕΙΝ, καθόσον ὑπηρετοῦν τό κατοικεῖν τῶν ἀνθρώπων.

῎Ετσι λοιπόν τό κατοικεῖν θά ἦταν ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ ΣΚΟΠΟΣ στόν ὁποῖο ἀποβλέπει [ο οποίος καθοδηγεί] κάθε κτίζειν.

Τό κατοικεῖν καί τό κτίζειν συνδέονται μεταξύ τους μέ τή σχέση σκοποῦ καί μέσου.

῞Οσο ὅμως ἐμμένουμε σέ αὐτή τήν ἄποψη, ἐκλαμβάνουμε τό κατοικεῖν καί τό κτίζειν ΩΣ δύο ΧΩΡΙΣΤΕΣ δραστηριότητες καί σχηματίζουμε ἐν προκειμένῳ μιάν ΟΡΘΗ παράσταση.

Ἀλλά ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ παραμορφώνουμε τούς οὐσιώδεις συσχετισμούς, καθόσον χρησιμοποιοῦμε τό σχῆμα σκοποῦ και μέσου.

Τό κτίζειν λοιπόν δέν εἶναι ἁπλῶς μέσον καί ὁδός πρός τό κατοικεῖν, ΤΟ ΚΤΙΖΕΙΝ ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΕΝ ΕΑΥΤΩ ΚΑΤΟΙΚΕΙΝ.

Ποιός ὅμως μᾶς τό λέει αὐτό;

Ποιός μᾶς προσφέρει ἐν γένει τό ΜΕΤΡΟ, βάσει τοῦ ὁποίου ἐκμετρᾶμε τήν ΟΥΣΙΑ τοῦ κατοικεῖν καί τοῦ κτίζειν;

῾Η ΠΡΟΣΑΓΟΡΕΥΣΗ τῆς οὐσίας ἑνός πράγματος φθάνει ὥς ἐμᾶς ἀπό τή ΓΛΩΣΣΑ ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι σεβόμαστε τήν ἰδιαίτερη οὐσία της.

᾿Εν τῷ μεταξύ βεβαίως ἁπλώνεται ἐπάνω ἀπό τήν ὑδρόγειο μέ ταχύτητα ἀστραπῆς ἕνας ἀχαλίνωτος καί συγχρόνως ἀκκιζόμενος λόγος·

λόγος προφορικός, γραπτός καί ἐκπεμπόμενος.

«<῾Ο ἄνθρωπος συμπεριφέρεται σάν νά είναι αὐτός πλάστης καί ἀφέντης τῆς γλώσσας, ἐνῶ στην πραγματικότητα ἡ γλώσσα ἐξακολουθεῖ νά ἔχει ΥΠΟ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ τόν ἄνθρωπο.»>

«<῾Ο ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ἀπεργάζεται τήν ἀντιστροφή αὐτῆς τῆς σχέσης κυριαρχίας καί ἴσως γι᾿ αὐτόν κυρίως τόν λόγο νά ὠθεῖ τήν οὐσία του πρός τό ἀνέστιο.»>[…]

῾Η μέριμνα γιά τήν καλλιέπεια εἶναι ὁπωσδήποτε κάτι θετικό ἀλλά δέν ἐπαρκεῖ, ὅσο ἡ γλώσσα ἐξακολουθεῖ νά μᾶς ὑπηρετεῖ ὡς μέσον τῆς ἔκφρασης.

Μεταξύ ὅλων τῶν προσαγορεύσεων, τίς ὁποῖες ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι μποροῦμε ἀφ᾿ ἑαυτῶν νά συν-κομίσουμε στό ὁμιλεῖν, ἡ γλώσσα εἶναι ἡ ὑψίστη καί ἀπανταχοῦ ἡ πρώτη. […]

——————————

Τί καλεῖται ἑπομένως κτίζειν;

῾Η παλαιά γερμανική λέξη buan γιά τό κτίζω σημαίνει κατοικῶ.

Αὐτό πάει νά πεῖ: μένω, διαμένω.

῾Η καθαυτό [ἰδιάζουσα, προσίδια] σημασία τοῦ ρήματος bauen, δηλαδή κατοικῶ, ἔχει γιά μᾶς ἀπωλεσθεῖ.

᾿Αλλά ἕνα κρυμμένο ἴχνος ἐξακολουθεῖ νά διαφυλάσσεται στή γερμανική λέξη Nachbar (γείτονας).

῾Ο Nachbar εἶναι ὁ Nachgebur, ὁ Nachgebauer, αὐτός πού κατοικεῖ πλησίον μας.

Τά ρήματα buri, büren, beuren, beuron σημαίνουν ὅλα τό κατοικεῖν, τόν τόπο κατοικίας.

Βεβαίως, ἡ παλαιά λέξη buan δέν μᾶς λέει απλώς ὅτι bauen, δηλαδή κτίζω, σημαίνει κατά βάσιν κατοικῶ, ἀλλά συγχρόνως λειτουργεῖ καί ΩΣ ΝΕΥΜΑ πού μᾶς ὑποδεικνύει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο πρέπει νά σκεφτοῦμε τό ὀνομαζόμενο ἀπό αὐτήν κατοικεῖν.

῞Οταν ὁμιλοῦμε περί τοῦ κατοικεῖν, σχηματίζουμε συνήθως τήν παράσταση ΚΑΠΟΙΑΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ τήν ὁποία ἐπιλέγει ὁ ἄνθρωπος μεταξύ πολλῶν ἄλλων τρόπων συμπεριφορᾶς.

᾿Εργαζόμαστε ἐδῶ καί κατοικοῦμε ἐκεῖ.

ΔΕΝ ΚΑΤΟΙΚΟΥΜΕ ΑΠΛΩΣ, τούτο θά ἰσοδυναμούσε σχεδόν μέ ἀπραξία, ἔχουμε ἕνα ἐπάγγελμα, καταγινόμαστε μέ διάφορες δουλειές, ταξιδεύουμε καί κατοικοῦμε καθ᾿ ὁδόν ἄλλοτε ἐδῶ, ἄλλοτε ἐκεῖ.

Κτίζω σημαίνει πρωτογενῶς κατοικῶ.

῞Οπου ἡ λέξη bauen ἐξακολουθεῖ νά ὁμιλεῖ πρωτογενῶς, λέει συγχρόνως ΩΣ ΠΟΥ ἐκτείνεται ἡ οὐσία τοῦ κατοικεῖν.

Διότι οἱ λέξεις bauen, buan, bhu, beo εἶναι ἡ γερμανική λέξη bin στίς ἐκδοχές ich bin, du bist(ἐγώ εἶμαι, ἐσύ εἶσαι), καί ἐπί πλέον ὁ τύπος τῆς προστακτικῆς bis, νά εἶσαι.

«<Τί σημαίνει ἑπομένως· ich bin [ἐγώ εἶμαι];

῾Η παλαιά γερμανική λέξη bauen , στήν ὁποία ἀνήκει τό bin, ἀποκρίνεται· τό «ich bin», «du bist» πάει νά πεῖ: κατοικῶ, κατοικεῖς.»>

«<῾Ο τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐσύ εἶσαι καί ἐγώ εἶμαι, ὁ τρόπος σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἐπάνω στή γῆ εἶναι τό Buan, τό κατοικεῖν.»>

Νά εἶναι κανείς ἄνθρωπος σημαίνει νά εἶναι ἐπάνω στή ΓΗ ὡς ΘΝΗΤΟΣ: σημαίνει νά κατοικεῖ.

῾Η παλαιά λέξη bauen, ἡ ὁποία λέει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι καθόσον κατοικεῖ, αὐτή ἡ λέξη bauen σημαίνει ὅμως ταυτοχρόνως: προστατεύω καί καλλιεργῶ, ΦΡΟΝΤΙΖΩ τόν ἀγρό, φροντίζω τό ἀμπέλι.

Τό κτίζειν αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἁπλῶς ΠΡΟΦΥΛΑΣΣΕΙ, δηλαδή προφυλάσσει τήν ἀνάπτυξη ἡ ὁποία ἐπιτρέπει ἀφ᾿ ἑαυτῆς στούς καρπούς της νά ὠριμάσουν.

Κτίζω μέ τήν ἔννοια τοῦ προστατεύω καί τοῦ καλλιεργῶ ΔΕΝ σημαίνει κατασκευάζω.

᾿Απεναντίας, τό κτίσιμο πλοίων καί κτσιμο ναῶν κατασκευάζουν τά ἴδια, τρόπον τινά, τό ἔργο τους. […]

᾿Εδῶ τό κτίζειν, σέ ἀντίθεση πρός τό καλλιεργεῖν, εἶναι ἀνεγείρειν.

«<ΚΑΙ οἱ ΔΥΟ τρόποι τοῦ κτίζειν – τό κτίζειν ΩΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΝ, λατινικά colere, cultura καί τό κτίζειν ὡς ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΚΤΗΡΙΩΝ, aedificare – περικλείονται στό καθαυτό [ἰδιάζον, προσίδιο] κτίζειν, στό κατοικεῖν.»>

Ὅμως τό κτίζειν ὡς κατοικεῖν, δηλαδή ὡς εἶναι ἐπάνω στή γῆ, παραμένει γιά τήν καθημερινή ἐμπειρία τοῦ ἀνθρώπου τό «σύνηθες», τό Gewohntes, ὅπως τόσο ὡραῖα τό ἀποδίδει ἡ γερμανική γλώσσα, δηλαδή αὐτό στό ὁποῖο κατοικοῦμε ἐξ ὑπαρχής. […]

Γι’ αὐτόν τό λόγο ΤΟ ΚΤΙΖΕΙΝ ΩΣ ΚΑΤΟΙΚΕΙΝ ὀπισθοχωρεῖ ἔναντι τῶν πολλαπλῶν τρόπων μέ τούς ὁποίους ἐπιτελεῖται τό κατοικεῖν, ΟΠΙΣΘΟΧΩΡΕΙ ἔναντι δραστηριοτήτων τοῦ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΝ καί τοῦ ΑΝΕΓΕΙΡΕΙΝ.

Αὐτές οἱ δραστηριότητες διεκδικοῦν κατόπιν τό προσωνύμιο bauen καί κατ᾿ ἐπέκτασιν τήν ἴδια τήν ἐνέργεια τοῦ κτίζειν ἀποκλειστικά γιά τόν ἑαυτό τους.

«<Τό καθαυτό [ἰδιάζον, προσίδιο] νόημα τοῦ κτίζειν, δηλαδή τό κατοικεῖν, περιπίπτει ΣΕ ΛΗΘΗ.»>

Τό ΙΔΙΑΖΟΝ ΑΥΤΟ ΣΥΜΒΑΝ κατ᾿ ἀρχάς φαίνεται νά ἔχει τό χαρακτήρα διαδικασίας πού ἐκτυλίσσεται ἀποκλειστικά στό πλαίσιο τῆς σημασιακῆς μεταβολῆς ΑΠΛΩΝ λέξεων.

«<Στήν πραγματικότητα ὅμως ὑποκρύπτεται ἐντός του κάτι καίριο, δηλαδή: τό κατοικεῖν δέν δίνεται στήν ἐμπειρία ὡς τό εἶναι τοῦ ἀνθρώπου·

τό κατοικεῖν ποτέ δέν νοεῖται πλήρως ΩΣ ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΣ ΓΝΩΡΙΣΜΑ τοῦ ἀνθρώπινου εἶναι.»> […]

Ὅτι ἡ γλώσσα ΑΠΟΣΥΡΕΙ τρόπον τινά τήν καθαυτό [ἰδιάζουσα, προσίδια] σημασία τῆς λέξεως bauen (κτίζειν), ΔΗΛΑΔΗ ΤΟ ΚΑΤΟΙΚΕΙΝ, μαρτυρεῖ τό πρωτογενές αὐτῶν τῶν σημασιῶν· διότι αὐτό τό ὁποῖο λέγουν τά οὐσιώδη ρήματα τῆς γλώσσας μέ τόν ἰδιάζοντα [προσίδιο] τρόπο περιπίπτει ΣΕ ΛΗΘΗ χάριν ἐκείνου πού ἀπορρέει ἀπό τήν ἐπιφανειακή ἐννόησή τους.

῾Ο ἄνθρωπος ἐνδέχεται νά μήν ἔχει οὔτε κἄν ἀναλογιστεῖ τό ΜΥΣΤΗΡΙΟ αὐτῆς τῆς διαδικασίας.

«<῾Η γλώσσα ἀποσύρει ἀπό τόν ἄνθρωπο τό ἁπλό καί ὑψηλό της λέγειν.»> […]

Κατ᾿ αὐτό τόν τρόπο ὅμως δέν βουβαίνεται ἡ ἀρχική της προσαγόρευση, ἁπλῶς σωπαίνει. [!!!]

῾Ο ἄνθρωπος βεβαίως παραλείπει νά προσέξει αὐτήν τή σιωπή. [!!!]

᾿Εάν ὅμως στρέψουμε τήν προσοχή μας σέ αὐτό τό ὁποῖο ἡ γλώσσα λέγει μέ τή λέξη bauen (κτίζειν), τότε ἀκοῦμε τρία πράγματα:

      1. Tό κτίζειν ΕΙΝΑΙ κατ᾿ οὐσίαν κατοικεῖν.

      1. Τό κατοικεῖν εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ΟΙ ΘΝΗΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΓΗ.

      1. Τό κτίζειν ΩΣ κατοικεῖν ἐκδιπλώνεται πρός τήν κατεύθυνση

        – τοῦ κτίζειν τό ὁποῖο ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙ, συγκεκριμένα ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

        – καί πρός τήν κατεύθυνση τοῦ κτίζειν τό ὁποῖο ΑΝΕΓΕΙΡΕΙ ΚΤΙΡΙΑ.

«<᾿Εάν ἀναλογιστοῦμε αὐτό τό τρίπτυχο, τότε προσλαμβάνουμε ἕνα ΝΕΥΜΑ καί παρατηροῦμε τό ἑξῆς: τό ΤΙ εἶναι τό ΚΤΙΣΙΜΟ ΚΤΙΣΜΑΤΩΝ ὡς πρός τήν οὐσία του δέν μποροῦμε οὔτε κἄν ἐπαρκῶς νά ἐρωτήσουμε, πόσο μᾶλλον νά κρίνουμε μέ βάση τά ἴδια τά πράγματα, ΟΣΟ ἡ σκέψη μας ΔΕΝ λαμβάνει ὑπ᾿ ὄψιν ΟΤΙ ΚΑΘΕ ΚΤΙΖΕΙΝ εἶναι ἐν ἑαυτῷ ΚΑΤΟΙΚΕΙΝ.»>

«<Δέν κατοικοῦμε ἐπειδή ἔχουμε κτίσει, ἀλλά κτίζουμε καί ἔχουμε κτίσει, καθόσον κατοικοῦμε, δηλαδή εἴμαστε ὡς οἱ κατοικοῦντες.»>

———————

«<᾿Αλλά σέ τί συνίσταται ἡ οὐσία τοῦ κατοικεῖν;»>

῎Ας ἀκούσουμε γιά μιά φορά ἀκόμη τήν προσαγόρευση τῆς γλώσσας: Τό παλαιό σαξωνικό «wuon», τό γοτθικό «wunian» σημαίνουν ἀκριβῶς ὅπως καί ἡ παλαιά γερμανική λέξη bauen τό ΠΑΡΑΜΕΝΕΙΝ, τό ΔΙΑΜΕΝΕΙΝ.

᾿Αλλά τό γοτθικό «wunian» λέγει εὐκρινέστερα πῶς ἀποκτᾶται ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ παραμένειν.

«<Wunian σημαίνει: εἶμαι ἱκανοποιημένος, ἔχω εἰρηνεύσει, παραμένω σέ αὐτήν τήν κατάσταση εἰρήνης.»> [!!!]

«<῾Η λέξη Friede (εἰρήνη) ἐννοεῖ τό ἐλεύθερο, das Freie, δηλαδή das Frye, καί fry σημαίνει: τό προστατευμένο ἀπό βλάβη καί ἀπειλή, τό προστατευόμενο – και ἀπό …, δηλαδή τό χρησιμοποιούμενο μέ φειδώ.»> [!!!]

«<῾Η λέξη Freien σημαίνει κατ᾿ οὐσίαν φείδεσθαι.»>

Τό φείδεσθαι αὐτό καθ’ ἑαυτό δέν συνίσταται μόνο στό γεγονός ὅτι δέν προκαλοῦμε βλάβη σέ ὅ,τι χρησιμοποιοῦμε μέ φειδώ.

Τό καθαυτό [ἰδιάζον, προσίδιο] φείδεσθαι εἶναι κάτι θετικό καί ἐπισυμβαίνει ὅταν ἀφήνουμε κάτι νά στηρίζεται ἐκ τῶν προτέρων στήν οὐσία του, ὅταν τό ἀσφαλίζουμε ἰδιαιτέρως ἐπαναφέροντάς το στήν οὐσία του, ὅταν, συμφώνως πρός τή λέξη freien, τό περιφράσσουμε.

Κατοικῶ, ἔχω εἰρηνεύσει, σημαίνει: παραμένω περιφραγμένος στό Fryes, δηλαδή στό ἐλεύθερο, τό ὁποῖο φείδεται κάθε πράγματος ὠθώντας το πρός τήν οὐσία του.

«<Τό θεμελιῶδες χαρακτηριστικό τοῦ κατοικεῖν εἶναι τό φείδεσθαι.»>

Διαπερνᾶ τό κατοικεῖν σέ ὅλο του τό εὖρος.

Τό εὖρος αὐτό μᾶς ἀποκαλύπτεται μόλις σκεφτοῦμε ὅτι τό ἀνθρώπινο εἶναι συνίσταται στό κατοικεῖν καί μάλιστα ὑπό τήν ἔννοια ΤΗΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΘΝΗΤΩΝ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗ ΓΗ.

«<᾿Αλλά «ἐπάνω στή γῆ» σημαίνει ἤδη «ὑπό τόν οὐρανό».»>

«<᾿Αμφότερα ἐννοοῦν ἐπίσης «τό παραμένειν ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΘΕΟΤΗΤΩΝ» καί περικλείουν ἕνα «ΑΝΗΚΕΙΝ ΣΤΗ ΣΥΝΑΛΛΗΛΙΑ [ἀνήκοντας στό ένας-μέ-τόν-άλλο] τῶν ἀνθρώπων».»> […]

«<᾿Από μιά πρωτογενή ἑνότητα καταγόμενα τά τέσσερα: γῆ καί οὐρανός, οἱ θεότητες καί οἱ θνητοί, ἀνήκουν σέ ἕνα ἑνιαῖο ὅλον. »>

«<῾Η ΓΗ εἶναι αὐτή ἡ ὁποία ὑπηρετώντας φέρει, αὐτή ἡ ὁποία ἀνθίζοντας ΚΑΡΠΟΦΟΡΕΙ, ἐκτείνεται σέ ΠΕΤΡΩΜΑΤΑ καί ΥΔΑΤΑ, φανερώνεται ὑπό τή μορφή ΦΥΤΩΝ καί ΖΩΩΝ.»> [!!!]

῞Οταν λέμε γῆ, τότε σκεπτόμαστε ἤδη τά ἄλλα τρία μαζί μέ αὐτήν.

᾿Αλλά ΔΕΝ σκεπτόμαστε τήν ἑνιαία σύμπτυξη τῶν τεσσάρων.

«<῾Ο ΟΥΡΑΝΟΣ εἶναι ἡ ΤΡΟΧΙΑ τοῦ ἥλιου καθώς προσφέρει ΘΟΛΩΤΗ ΣΤΕΓΗ, ἡ πορεία ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ καθώς ἐναλλάσσει μορφές, ἡ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΗ λάμψη τῶν ἀστεριῶν, οἱ ΕΠΟΧΕΣ τοῦ ἔτους καί ἡ μεταβολή τους, τό ΦΕΓΓΟΣ καί τό ΗΜΙΦΩΣ τῆς ἡμέρας, τό ΣΚΟΤΟΣ καί ἡ φαεινότητα τῆς νύκτας, τό ΦΙΛΟΞΕΝΟ καί τό ἀφιλόξενο τοῦ καιροῦ, ἡ κίνηση τῶν νεφῶν καί τό κυανίζον βάθος τοῦ αἰθέρα.»> [!!!]

῞Οταν λέμε οὐρανός, σκεπτόμαστε ἤδη καί τά ἄλλα τρία μέρη μαζί, ἀλλά δέν ἀναλογιζόμαστε τήν ἑνιαία σύμπτυξη τῶν τεσσάρων.

Οἱ ΘΕΟΤΗΤΕΣ εἶναι οἱ νεύοντες ἀγγελιοφόροι τῆς ΘΕΙΟΤΗΤΑΣ. […]

Μέσα ἀπό τήν ἱερή ἐπικυριαρχία τῆς θειότητος ὁ θεός φανερώνεται στήν παρουσία του ἤ ἀποσύρεται στή συγκάλυψή του.

῞Οταν ὀνομάζουμε τίς θεότητες, σκεπτόμαστε ἤδη καί τά ἄλλα τρία μέρη μαζί ἀλλά δέν ἀναλογιζόμαστε τήν ἑνιαία σύμπτυξη τῶν τεσσάρων.

Οἱ ΘΝΗΤΟΙ εἶναι οἱ ἄνθρωποι.

᾿Ονομάζονται θνητοί ἐπειδή δύνανται νά θνήσκουν.

Θνήσκω σημαίνει: δύναμαι τό θάνατο ὡς θάνατο.

«<Μόνο ὁ ἄνθρωπος θνήσκει καί μάλιστα συνεχῶς ὅσο αὐτός παραμένει ἐπάνω στή γῆ, ὑπό τόν οὐρανό, ἐνώπιον τῶν θεοτήτων.»> […]

῞Οταν ὀνομάζουμε τούς θνητούς, σκεπτόμαστε ἤδη καί τά ἄλλα τρία μέρη μαζί, ἀλλά δέν ἀναλογιζόμαστε τήν ἑνιαία σύμπτυξη τῶν τεσσάρων.

Αὐτή τήν ἑνιαία σύμπτυξη τήν ὀνομάζουμε «<τό τετραμερές»>.

Οἱ θνητοί εἶναι μέσα στό τετραμερές, καθόσον κατοικοῦν.

«<᾿Αλλά τό θεμελιῶδες χαρακτηριστικό τοῦ κατοικεῖν εἶναι ΤΟ ΦΕΙΔΕΣΘΑΙ.»>

«<Οἱ θνητοί κατοικοῦν μέ τέτοιο τρόπο ὥστε νά φείδονται τοῦ τετραμεροῦς ἀποδεσμεύοντάς το στήν οὐσία του.»> [NB]

Συνεπῶς τό κατοικοῦν φείδεσθαι εἶναι τετράπτυχο.

«<Οἱ θνητοί κατοικοῦν, καθόσον σώζουν τή γῆ, – σώζουν, δηλαδή retten μέ τό παλαιό νόημα τῆς λέξης τό ὁποῖο ἀκόμη ἐγνώριζε ὁ Λέσινγκ.»>

«<῾Η σωτηρία δέν ἀποτρέπει ἁπλῶς ἕναν κίνδυνο, σώζω σημαίνει στήν πραγματικότητα: ἀφήνω κάτι ἐλεύθερο νά εἰσέλθει στήν καθαυτό [ἰδιάζουσα, προσίδια] οὐσία του.»>

«<Τό νά σώζουμε τή γῆ εἶναι ΚΑΤΙ παραπάνω ἀπό τό νά καρπώνουμε ὀφέλη ἀπό αὐτήν ἤ ἀκόμη ἀπό τό νά τήν ἐπεξεργαζόμαστε καταπονώντας την.»>

῾Η διάσωση τῆς γῆς δέν διαφεντεύει τή γῆ καί δέν κατακυριεύει τή γῆ, ἀφοῦ ἀπό τήν ΚΑΤΑΚΥΡΙΕΣΗ ἐλάχιστα μόνο ἀπέχει ἡ ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ.

«<Οἱ θνητοί κατοικοῦν, ΚΑΘΟΣΟΝ δεξιώνονται τόν οὐρανό ὡς οὐρανό.»> [a]

«<᾿Αφήνουν στόν ἥλιο καί στή σελήνη τήν πορεία τους, στά ἀστέρια τήν τροχιά τους, στίς ἐποχές τοῦ ἔτους τήν εὐλογία τους καί τή δριμύτητά τους, δέν μετατρέπουν τή νύκτα σέ ἡμέρα καί τήν ἡμέρα σέ ἀγχώδη πολυπραγμοσύνη.»>

«<Οἱ θνητοί κατοικοῦν, καθόσον προσδοκοῦν τίς θεότητες ὡς θεότητες.»> [b]

«<Παλλόμενοι ἀπό ἐλπίδες ἀντιπαρατάσσουν [αντιπαρέχουν, αντιτάσσουν] στίς θεότητες τό ἀνέλπιστο.»> [!!!]

«<᾿Αναμένουν τά νεύματα τῆς ἔλευσης τῶν θεοτήτων καί δέν παραγνωρίζουν τά σημεῖα τῆς ἔλλειψής τους.»> [!!!]

Δέν κατασκευάζουν οἱ ἴδιοι τούς θεούς τους καί δέν λατρεύουν εἴδωλα. […]

«<᾿Ακόμη καί στή συμφορά ἀναμένουν τήν ἀποσυρθείσα σωτηρία. »>

«<Οἱ θνητοί κατοικοῦν, καθόσον ἄγουν τήν ἰδιαίτερη οὐσία τους, συμφώνως πρός τήν ὁποία ΔΥΝΑΝΤΑΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ὡς θάνατο, στή χρεία αὐτοῦ τοῦ δύνασθαι ὥστε νά εἶναι ἐφικτός ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΣ θάνατος.»> [c]

«<Προσάγω τούς θνητούς στήν οὐσία τοῦ θανάτου ἐπ᾿ οὐδενί δέν σημαίνει ὅτι ἀποβλέπω στόν θάνατο ΩΣ ΤΟ ΚΕΝΟ ΜΗΔΕΝ· οὔτε βεβαίως ἐννοεῖ ὅτι μέ τήν τυφλή προσήλωση τοῦ βλέμματος στό τέλος ΑΜΑΥΡΩΝΕΤΑΙ τό κατοικεῖν. »>

§17. «<Στή διάσωση τῆς γῆς, στή δεξίωση τοῦ οὐρανοῦ, στήν προσδοκία τῶν θεοτήτων, στήν προσαγωγή τῶν θνητῶν τό κατοικεῖν ἐπισυμβαίνει ὡς τό τετράπτυχο φείδεσθαι τοῦ τετραμεροῦς.»> [NB..συνοπτικός ορισμός]

«<ΦΕΙΔΟΜΑΙ σημαίνει: προστατεύω τό τετραμερές ὡς πρός τήν οὐσία του.»> [NB]

῞Ο,τι τίθεται ὑπό προστασία, πρέπει νά ἀποκρύπτεται σέ τόπο ἀσφαλή.

᾿Αλλά ΠΟΥ ΔΙΑΦΥΛΑΣΣΕΙ τό κατοικεῖν, ἐφόσον φείδεται τοῦ τετραμεροῦς, τήν οὐσία τοῦ τετραμεροῦς;

Πῶς φέρουν εἰς πέρας οἱ θνητοί τό κατοικεῖν ὡς αὐτό τό φείδεσθαι;

Ποτέ οἱ θνητοί δέν θά ἐδύναντο τοῦτο, ἐάν τό κατοικεῖν ἦταν ἁπλῶς διαμονή ἐπάνω στή γῆ, ὑπό τόν οὐρανό, ἐνώπιον τῶν θεοτήτων, ἀπό κοινοῦ μέ τούς θνητούς. […]

«<Τό κατοικεῖν εἶναι μᾶλλον ἤδη πάντοτε διαμονή πλησίον τῶν πραγμάτων.»>

«<Τό κατοικεῖν ΩΣ ΦΕΙΔΕΣΘΑΙ διαφυλάσσει τό τετραμερές μέσα σέ αὐτό πλησίον τοῦ ὁποίου οἱ θνητοί διαμένουν: μέσα στά ΠΡΑΓΜΑΤΑ.»> […]

§18. ῾Η διαμονή πλησίον τῶν πραγμάτων ὡστόσο ΔΕΝ ἐπισυνάπτεται ἁπλῶς στό προαναφερθέν τετράπτυχο τοῦ φείδεσθαι ὡς πέμπτη πτυχή.

«<᾿Αντιθέτως, ἡ διαμονή πλησίον τῶν πραγμάτων εἶναι ὁ μόνος τρόπος μέ τόν ὁποῖο ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ἑκάστοτε ἑνιαίως [einheitlich] ἡ τετράπτυχη διαμονή στό τετραμερές.»>

«<Τό κατοικεῖν φείδεται τοῦ τετραμεροῦς κομίζοντας τήν οὐσία του στά πράγματα.»> […]

«<῞Ομως τά πράγματα αὐτά καθ᾿ ἑαυτά διασφαλίζουν τό τετραμερές μόνον τότε ὅταν αὐτά τά ἴδια ὡς πράγματα ἀφήνονται στήν οὐσία τους.»> [a. παρατηρουμενες κανονικοτητες, b. αντικειμενικοτητα ως καθεαυτοτητα]

Πῶς συμβαίνει τοῦτο;

Μέ τό νά φροντίζουν καί νά καλλιεργοῦν οἱ θνητοί τά πράγματα πού φύονται, μέ τό νά ἀνεγείρουν κατά τόν προσίδιο [eigens] τρόπο τά πράγματα πού δέν φύονται.

Τό καλλιεργεῖν καί τό ἀνεγείρειν εἶναι τό κτίζειν μέ τή ΣΤΕΝΟΤΕΡΗ ἔννοια τῆς λέξης.

«<Τό κατοικεῖν, καθόσον διαφυλάσσει τό τετραμερές κομίζοντάς ΤΟ στά πράγματα, εἶναι, ὡς αὐτό τοῦτο τό διαφυλάσσειν, κτίζειν.»> [!!!]

῎Ετσι ἀγόμαστε στήν ὁδό τοῦ δεύτερου ἐρωτήματος:

ΙΙ.

§1. Κατά ποίαν ἔννοια ΤΟ ΚΤΙΖΕΙΝ ἐνέχεται στό κατοικεῖν;

§2. ῾Η ἀπάντηση στό συγκεκριμένο ἐρώτημα μᾶς διευκρινίζει τί εἶναι ὄντως τό κτίζειν ΟΤΑΝ τό νοοῦμε μέ βάση τήν οὐσία τοῦ κατοικεῖν.

ΠΕΡΙΟΡΙΖΟΜΑΣΤΕ στό κτίζειν μέ τήν ἔννοια τῆς ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ πραγμάτων καί ἐρωτᾶμε:

«<Tί εἶναι ἕνα κτισμένο πράγμα;»>

῾Ως ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ μπορεῖ νά χρησιμεύσει στό στοχασμό μας κάποια ΓΕΦΥΡΑ.

§3. «<῾Η γέφυρα αἰωρεῖται ἐπάνω ἀπό τόν ποταμό ῾῾ἀνάλαφρα καί δυνατά᾿᾿.»> [!!!]

Δέν συνδέει ἁπλῶς ὄχθες πού ἤδη προϋπάρχουν.

Οἱ ὄχθες προβάλλουν τό πρῶτον ὡς ὄχθες κατά τή διάβαση τῆς γέφυρας.

῾Η γέφυρα ἀφήνει τίς ὄχθες κατ᾿ ἰδίαν νά κεῖνται ἡ μία ἔναντι τῆς ἄλλης, ἐνῶ ταυτοχρόνως ἐπιτρέπει στή μία νά ὑπερέχει ἔναντι τῆς ἄλλης. [Die Brücke lässt sie eigens gegeneinander über liegen.]

῾Η μία πλευρά διακρίνεται ἀπό τήν ἄλλη μέσῳ τῆς γέφυρας.

᾿Επιπλέον οἱ ὄχθες δέν ἐκτείνονται κατά μῆκος τοῦ ποταμοῦ ὡς ἀδιάφορες μεθοριακές λωρίδες χερσαίου ἐδάφους.

«<Μέ τίς ὄχθες ἡ γέφυρα φέρει ἑκάστοτε πλησίον τοῦ ποταμοῦ τίς ἐκτάσεις τοῦ τοπίου πού βρίσκεται πίσω ἀπό τίς ὄχθες.»>

«<Φέρει ποταμό, ὄχθη καί ἔδαφος σέ σχέσεις ἀμοιβαίας γειτνιάσεως. »>

«<῾Η γέφυρα περισυλλέγει τή γῆ ὡς τοπίο γύρω ἀπό τόν ποταμό. »>

῎Ετσι ὁδηγεῖ καί συνοδεύει τόν ποταμό κατά τή διέλευσή του μέσα ἀπό τά λειβάδια.

«<Οἱ ὀρθοστάτες τῆς γέφυρας, στηριζόμενοι στήν κοίτη τοῦ ποταμοῦ, ὑπομένουν τήν αἰώρηση τῶν τόξων τά ὁποῖα ἀφήνουν τά ὕδατα τοῦ ποταμοῦ νά ἀκολουθοῦν τή δική τους πορεία.»>

Εἴτε τά ὕδατα διατηροῦν τήν πορεία τους γαλήνια καί ζωηρά εἴτε πέφτουν κατά κύματα μέ ὁρμή ἐπάνω στούς ὀρθοστάτες ὅταν ἀνοίγουν οἱ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ ἤ, ὅταν λιώνουν τά χιόνια, «<ἡ γέφυρα εἶναι ἕτοιμη γιά τούς καιρούς τοῦ οὐρανοῦ καί γιά τήν εὐμετάβλητη οὐσία τους»>.

᾿Ακόμη καί ἐκεῖ ὅπου ἡ γέφυρα σκεπάζει τόν ποταμό κρατᾶ τή ροή του ἀνοικτή στόν οὐρανό ἔτσι ὥστε νά τήν [ἐνν. τή ροή τοῦ ποταμοῦ] ὑποδέχεται [ἐνν. ἡ γέφυρα] γιά μιά στιγμή στήν τοξωτή πύλη καί τήν ἀμέσως ἑπόμενη στιγμή νά τήν ἐλευθερώνει ἀπό μέσα της.

§4. «<῾Η γέφυρα ἀφήνει τόν ποταμό νά ἀκολουθεῖ τήν πορεία του καί συγχρόνως χορηγεῖ στούς θνητούς τήν ὁδό ὥστε νά πορεύονται καί νά ταξιδεύουν ἀπό τόπο σέ τόπο.»>

«<Οἱ γέφυρες ὁδηγοῦν καί συνοδεύουν μέ ποικίλους τρόπους.»>

῾Η γέφυρα τῆς πόλης ὁδηγεῖ ἀπό τήν περιοχή τῶν ἀνακτόρων στήν πλατεία τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ, ἡ γέφυρα τοῦ ποταμοῦ πού βρίσκεται ἔξω ἀπό τήν κωμόπολη ἄγει ἅμαξες καί ὑποζύγια στά γύρω χωριά.

῾Η ἀφανής διάβαση τῆς παλαιᾶς πέτρινης γέφυρας ἐπάνω ἀπό τόν ποταμό παρέχει στήν ἅμαξα, ἡ ὁποία εἶναι γεμάτη μέ τόν καρπό τῆς συγκομιδῆς, τό δρόμο της ἀπό τό λειβάδι στό χωριό, μεταφέρει τό φορτίο μέ τά ξύλα ἀπό τό μονοπάτι τοῦ ἀγροῦ στή δημοσιά. [!!!]

῾Η γέφυρα τοῦ αὐτοκινητόδρομου εἶναι ἐνταγμένη στό ὁδικό δίκτυο πού ὑπηρετεῖ βάσει ὑπολογισμῶν καί μέ τόν ταχύτερο δυνατό τρόπο τήν κυκλοφορία σέ μακρινές ἀποστάσεις. [nb]

Κάθε φορά καί πάντοτε μέ διαφορετικό τρόπο ἡ γέφυρα ὁδηγεῖ καί συνοδεύει πρός τά ἐδῶ καί πρός τά ἐκεῖ τά διστακτικά καί ἀνυπόμονα βήματα τῶν ἀνθρώπων ὥστε αὐτοί νά μεταβαίνουν σέ ἄλλες ὄχθες καί νά φτάνουν ἐν τέλει ὡς οἱ θνητοί στήν ἄλλη πλευρά.

«<῎Αλλοτε μέ ψηλά καί ἄλλοτε μέ χαμηλωμένα τόξα ἡ γέφυρα αἰωρεῖται ἐπάνω ἀπό τό χείμαρρο καί τό φαράγγι, εἴτε οἱ θνητοί συγκεντρώνουν τήν προσοχή τους στό αἰωρούμενο στοιχεῖο τῆς διέλευσης μέσῳ τῆς γέφυρας εἴτε λησμονοῦν ὅτι, ἤδη πάντοτε καθ᾿ ὁδόν πρός τήν ἔσχατη γέφυρα, ἐπιχειροῦν κατά βάσιν νά ὑπερβοῦν ὅ,τι εἶναι σύνηθες καί καταστροφικό σέ αὐτούς ὥστε νά ἀχθοῦν ἐνώπιον τοῦ σώζοντος στοιχείου τοῦ θείου.»> [!!!]

῾Η γέφυρα ὡς ἡ αἰωρούμενη διέλευση συλλέγει ἐνώπιον τῶν θεοτήτων, εἴτε στοχαζόμαστε τήν παρουσία τους κατ᾿ ἰδίαν καί ἐκφράζουμε τήν εὐχαριστία μας γιά αὐτή τους τήν παρουσία μέ ἐμφανή τρόπο, ὅπως μέ τή μορφή τοῦ τοῦ ἁγίου τῆς γέφυρας, εἴτε ἐξακολουθοῦμε νά τήν παραποιοῦμε ἤ ἀκόμη καί νά τήν παραμερίζουμε.

§5. «<῾Η γέφυρα περισυλλέγει γύρω ἀπό τόν ἑαυτό της μέ τό δικό της τρόπο γῆ καί οὐρανό, τίς θεότητες καί τούς θνητούς.»>

§6. ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗ σημαίνει σύμφωνα μέ μιά παλαιά λέξη τῆς γερμανικῆς γλώσσας «thing». [nb]

«<῾Η γέφυρα εἶναι- καί μάλιστα ὡς ἡ χαρακτηρισμένη μέ τόν παραπάνω τρόπο περισυλλογή τοῦ τετραμεροῦς- πράγμα [Ding].»> [NB]

Βεβαίως πολλοί πιστεύουν ὅτι ἡ γέφυρα εἶναι κατ᾿ ἀρχάς καί κατ᾿ οὐσίαν [eigentlich] ἁπλῶς γέφυρα.

«<᾿Εκ τῶν ὑστέρων καί κατά περίσταση μπορεῖ ἐπίσης νά ἐκφράσει ποικίλα ἄλλα πράγματα· ὡς τέτοιου τύπου ἔκφραση μετατρέπεται κατόπιν σέ ΣΥΜΒΟΛΟ, ἐπί παραδείγματι σέ σύμβολο ὅσων ἀναφέραμε προηγουμένως.»> […]

«<῾Ωστόσο ἡ γέφυρα, ἐάν εἶναι γνήσια γέφυρα, δέν εἶναι ποτέ ἀρχικά ἁπλή γέφυρα καί κατόπιν σύμβολο.»> [!!!, NB]

Οὔτε εἶναι ἐκ τῶν προτέρων μόνο σύμβολο ὑπό τήν ἔννοια ὅτι ἐκφράζει κάτι τό ὁποῖο, αὐστηρά ἐννοούμενο, δέν ἀνήκει σέ αὐτήν.

῾Η γέφυρα εἶναι πράγμα καί μόνον τοῦτο. […]

Μόνον;

«<῾Ως αὐτό τό πράγμα περισυλλέγει τό τετραμερές.»> [NB]

§7. Βεβαίως ἡ σκέψη μας ἔχει ἀπό καιρό συνηθίσει νά προσεγγίζει κατά τρόπον ἀρκετά ἀνεπαρκή τήν οὐσία τοῦ πράγματος. […]

«<Τοῦτο, στήν πορεία τῆς δυτικῆς σκέψης, εἶχε ὡς συνέπεια νά παριστάνουμε τό πράγμα ὡς ἄγνωστο χ, στό ὁποῖο ἔχουμε προσαρτήσει ἰδιότητες κατ᾿ αἴσθησιν ἀντιληπτές.»> [NB]

«<῾Υπό αὐτό τό πρίσμα ὅλα ὅσα ἀνήκουν ἤδη στήν περισυλλέγουσα οὐσία αὐτοῦ τοῦ πράγματος φαίνονται νά συνιστοῦν μεταγενέστερη προσθήκη τῆς ἑρμηνευτικῆς μας παρέμβασης [Deutung].»> [NB]

᾿Εν τούτοις ἡ γέφυρα δέν θά ἦταν ποτέ ἁπλῶς γέφυρα ἐάν δέν ἦταν πράγμα. [δηλ. Με την εννοια που ειπε πιο πριν “῾Ως αὐτό τό πράγμα περισυλλέγει τό τετραμερές.”]

§8. «<Βεβαίως ἡ γέφυρα εἶναι πράγμα ἰδιάζουσας [eigener] ὑφῆς· διότι περισυλλέγει τό τετραμερές μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε νά τοῦ διαθέτει [verstattet] κάποια θέση [Stätte].»> [NB]

«<᾿Αλλά μόνον ὅ,τι εἶναι αὐτό καθ᾿ ἑαυτό τόπος [Ort] μπορεῖ νά παραχωρήσει [einräumen] θέση.»> [NB]

«<῾Ο τόπος δέν ὑπάρχει ἤδη πρίν ἀπό τή γέφυρα.»> [NB]

Βεβαίως προτοῦ στηθεῖ ἡ γέφυρα ὑπάρχουν πολλά μέρη [Stellen] κατά μῆκος τοῦ ποταμοῦ πού μποροῦν νά καταληφθοῦν ἀπό κάτι.

«<῞Ενα ἀπό αὐτά προβάλλει ὡς τόπος καί μάλιστα διά τῆς γέφυρας.»>

«<῎Ετσι λοιπόν αὐτό πού συμβαίνει πρωταρχικά δέν εἶναι τό γεγονός ὅτι ἡ γέφυρα στήνεται σέ ἕνα τόπο, ἀλλά τό γεγονός ὅτι ἀπό τήν ἴδια τή γέφυρα γεννιέται κατ᾿ ἀρχάς ἕνας τόπος.»>

«<῾Η γέφυρα εἶναι πράγμα, περισυλλέγει τό τετραμερές, περισυλλέγει ὡστόσο μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε νά διαθέτει στό τετραμερές θέση.»> [NB, νεο στοιχειο… ὥστε νά διαθέτει στό τετραμερές θέση”]

«<᾿Από τή θέση αὐτή προσδιορίζονται τοποθεσίες [Plätze] καί ὁδοί διά τῶν ὁποίων παραχωρεῖται ΧΩΡΟΣ.»> [νεα εννοια χωρος, ακολουθει ορισμος]

§9. Τά ΠΡΑΓΜΑΤΑ τά ὁποῖα εἶναι κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπο ΤΟΠΟΙ διαθέτουν πρωταρχικά τούς ἑκάστοτε χώρους.

Αὐτό πού κατονομάζει ἡ γερμανική λέξη «Raum», τό ὑποδηλώνει ἡ παλαιά της σημασία.

«<Raum, Rum σημαίνει τοποθεσία ἡ ὁποία διανοίχθηκε ΓΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ καί ΚΑΤΑΛΥΣΗ.»>

«<῞Ενας χῶρος εἶναι ΚΑΤΙ παραχωρημένο, ἀποδεσμευμένο, δηλαδή ἐνταγμένο σέ ἕνα ὅριο, στά ἀρχαῖα ἑλληνικά πέρας*.»>

«<Τό ὅριο δέν εἶναι αὐτό στό ὁποῖο κάτι σταματᾶ, ἀλλά, ὅπως τό εἶχαν ἤδη ἀναγνωρίσει οἱ ῞Ελληνες, τό ὅριο εἶναι ἐκεῖνο ἀπ᾿ ὅπου κάτι ἀρχίζει νά ἐκδιπλώνει τήν οὐσία του.»> [NB]

«<Γι᾿ αὐτό ἡ ἔννοια εἶναι ὁρισμός*, δηλαδή ὅριο.»>

Ὁ ΧΩΡΟΣ εἶναι οὐσιωδῶς τό παραχωρημένο, τό ἀφημένο νά εἰσέλθει στό ὅριό του.

Τό παραχωρημένο ἐκχωρεῖται κάθε φορά καί ἔτσι συναρμόζεται, δηλαδή ΠΕΡΙΣΥΛΛΕΓΕΤΑΙ ΜΕΣΩ ἑνός τόπου, δηλαδή μέσῳ ΕΝΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ ὁμοειδοῦς πρός τή γέφυρα.

«<Συνεπῶς οἱ χῶροι προσλαμβάνουν τήν οὐσία τους ἀπό τόπους καί ὄχι ἀπό «τόν» χῶρο.»>

§10. Πράγματα τά ὁποῖα ὡς τόποι διαθέτουν θέση τά ὀνομάζουμε τώρα προληπτικῶς ΚΤΙΣΜΑΤΑ.

«<᾿Αποκαλοῦνται ἔτσι ἐπειδή ἔχουν παραχθεῖ ἀπό τό ἀνεγεῖρον κτίζειν.»> […]

«<᾿Αποκτοῦμε ὡστόσο τήν ΕΜΠΕΙΡΙΑ τοῦ εἴδους πού πρέπει νά εἶναι αὐτό τό παράγειν, δηλαδή τό ΚΤΙΖΕΙΝ, μόνον ἐάν ἔχουμε ΣΤΟΧΑΣΤΕΙ τήν ΟΥΣΙΑ ἐκείνων τῶν πραγμάτων τά ὁποῖα ΑΦ᾿ ΕΑΥΤΩΝ ἀπαιτοῦν γιά τήν κατασκευή τους τό κτίζειν ὡς παράγειν.»> [NB, αντικειμενικοτητα]

«<Αὐτά τά πράγματα εἶναι τόποι οἱ ὁποῖοι διαθέτουν θέση στό τετραμερές, θέση πού μέ τή σειρά της παραχωρεῖ ἑκάστοτε χῶρο.»> […]

«<Στήν οὐσία αὐτῶν τῶν πραγμάτων ὡς τόπων ἐμπερικλείεται ὁ δεσμός τόπου καί χώρου, ἐμπερικλείεται ὅμως ἐπίσης ἡ σχέση τοῦ τόπου μέ τόν ἄνθρωπο πού διαμένει σέ αὐτόν.»>

Γι᾿ αὐτό θά προσπαθήσουμε τώρα νά ἀποσαφηνίσουμε τήν οὐσία αὐτῶν τῶν πραγμάτων τά ὁποῖα ὀνομάζουμε ΚΤΙΣΜΑΤΑ στοχαζόμενοι ἐν συντομία τά ἑξῆς:

§11. ᾿Εν πρώτοις: πῶς σχετίζονται μεταξύ τους τόπος καί χῶρος; [εχει πει πιο πριν οτι …ο χωρος περισσυλλεγεται μεσω του τοπου]

Καί ἐπί πλέον: ποιά εἶναι ἡ σχέση ἀνθρώπου καί χώρου;

§12. ῾Η γέφυρα εἶναι τόπος.

«<῾Ως πράγμα αὐτοῦ τοῦ εἴδους διαθέτει χῶρο μέσα στόν ὁποῖο ἀφήνονται νά εἰσέλθουν γῆ καί οὐρανός, οἱ θεότητες καί οἱ θνητοί.»>

«<῾Ο διατιθέμενος ἀπό τή γέφυρα χῶρος περιέχει πολλῶν εἰδῶν τοποθεσίες σέ διαφορετική ἐγγύτητα καί ἀπόσταση ὡς πρός τή γέφυρα.»> […]

Οἱ τοποθεσίες ὅμως αὐτές δέν μποροῦν νά ἀντιμετωπιστοῦν ὡς ἁπλά μέρη τά ὁποῖα χωρίζει ἕνα μετρήσιμο διάστημα· ἕνα διάστημα, στά ἀρχαῖα ἑλληνικά στάδιον*, εἶναι πάντοτε παραχωρημένο, καί μάλιστα ἀπό ἁπλά μέρη. […]

Αὐτό τό ὁποῖο ἐν προκειμένῳ παραχωροῦν τά μέρη εἶναι χῶρος ἰδιαιτέρου εἴδους.

῾Ο συγκεκριμένος χῶρος ὡς ΔΙΑΣΤΗΜΑ, ὡς στάδιον, εἶναι αὐτό τό ὁποῖο ἡ ἀντίστοιχη γερμανικά λέξη Stadion μᾶς λέει στά λατινικά: «spatium», ἐνδιάμεσος χῶρος.

«<῎Ετσι ἡ ΕΓΓΥΤΗΤΑ καί ἡ ΑΠΟΣΤΑΣΗ μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν πραγμάτων μπορεῖ νά γίνουν ἁπλές διαστάσεις, διαστήματα τοῦ ἐνδιάμεσου χώρου.»> [NB, ενδιάμεσος χώρος]

Σέ ἕναν χῶρο, παραστατό μόνον ὡς spatium , ἡ γέφυρα ἐμφανίζεται τώρα ὡς ἕνα ἁπλό κάτι εὑρισκόμενο σέ ἕνα μέρος τό ὁποῖο μπορεῖ ἀνά πάσα στιγμή νά καταληφθεῖ ἀπό ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἤ νά ἀντικατασταθεῖ ἀπό μιάν ἁπλή σήμανση.

«<᾿Επί πλέον ἀπό τόν χῶρο ὡς ἐνδιάμεσο χῶρο μποροῦν νά ἀναδυθοῦν τά ἁπλά τανύσματα [Auspannung] τοῦ ὕψους, τοῦ εὔρους καί τοῦ βάθους.»> [αντίληψη]

«<Αὐτό τό ὁποῖο προκύπτει ἔτσι μέ ἀφαίρεση, λατινικά τό abstractum, παριστοῦμε ὡς τήν ἁπλή καθαρή πολλαπλότητα τῶν τριῶν διαστάσεων.»> [NB, τι εννοουμε αφηρημενο]

«<῞Ο,τι παραχωρεῖ ὡστόσο αὐτή τήν πολλαπλότητα δέν προσδιορίζεται πλέον μέσῳ διαστημάτων.»>

«<Δέν εἶναι πλέον spatium ἀλλά μόνον extensio – ἔκταση.»> [spatium: ενδιάμεσος χώρος (εγγυτητα/αποσταση)]

῾Ο χῶρος ὡς extensio μπορεῖ ὅμως νά ὑποστεῖ μιά ἐπί πλέον ἀφαίρεση, δηλαδή πρός τήν κατεύθυνση τῶν ἀναλυτικῶν ἀλγεβρικῶν σχέσεων. […]

῞Ο,τι αὐτές παραχωροῦν εἶναι ἡ δυνατότητα τῆς καθαρά μαθηματικῆς κατασκευῆς ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΩΝ μέ ἀπεριόριστο ἀριθμό διαστάσεων. […]

Μποροῦμε νά δώσουμε σέ αὐτό πού παραχωρεῖται μαθηματικῷ τῷ τρόπῳ τό ὄνομα «ὁ χῶρος».

«<᾿Αλλά «ὁ» χῶρος μέ αὐτήν τήν ἔννοια δέν περιέχει οὔτε χώρους οὔτε τοποθεσίες.»>

Δέν βρίσκουμε ποτέ σέ αὐτόν τόπους, δηλαδή πράγματα τοῦ εἴδους τῆς γέφυρας.

«<᾿Αντιστρόφως ὅμως βρίσκεται στούς χώρους, οἱ ὁποῖοι παραχωροῦνται ἀπό τόπους, ἀνά πάσα στιγμή ὁ χῶρος ὡς ἐνδιάμεσος χῶρος καί σέ αὐτόν πάλι ὁ χῶρος ὡς καθαρή ἔκταση.»>

«<Spatium καί extensio παρέχουν ἀνά πάσα στιγμή τή δυνατότητα ὄχι μόνο νά μετρήσουμε τά πράγματα καί ὅ,τι αὐτά παραχωροῦν βάσει διαστημάτων, μηκῶν, κατευθύνσεων, ἀλλά καί νά ὑπολογίσουμε αὐτά τά μέτρα.»>

῞Οτι τά μέτρα – ἀριθμοί καί οἱ διαστάσεις τους ἐπιδέχονται ἐν γένει ἐφαρμογή σέ κάθε τί ἐκτατό, σέ καμιά περίπτωση δέν σημαίνει πώς συνιστοῦν ἤδη θεμέλιο τῆς οὐσίας τῶν χώρων καί τῶν τόπων οἱ ὁποῖοι εἶναι μετρήσιμοι μέ τή συνδρομή τοῦ μαθηματικοῦ στοιχείου.

ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ὡστόσο καί ἡ σύγχρονη φυσική ἐξαναγκάστηκε ἀπό τά ἴδια τά πράγματα νά παραστήσει τό χωρικό μέσο τοῦ κοσμικοῦ χώρου ὡς ἑνιαῖο πεδίο, τό ὁποῖο προσδιορίζεται ἀπό τό ΣΩΜΑ ὡς ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ, δέν εἶναι δυνατόν νά τό σχολιάσουμε ἐδῶ. […]

§13. «<Οἱ χῶροι τούς ὁποίους καθημερινά διασχίζουμε παραχωροῦνται ἀπό τόπους, ἡ οὐσία τῶν ὁποίων θεμελιώνεται σέ πράγματα τοῦ εἴδους τῶν κτισμάτων.»>

«<᾿Εάν στρέψουμε τήν προσοχή μας στίς σχέσεις αὐτές ἀνάμεσα σέ τόπο καί χώρους, ἀνάμεσα σέ χώρους καί χῶρο, τότε θά ἀποκτήσουμε ἕνα ἔρεισμα γιά νά στοχαστοῦμε τή σχέση ἀνθρώπου καί χώρου.»> […]

§14. «<῞Οταν ὁμιλοῦμε περί ἀνθρώπου καί χώρου, τοῦτο ἀκούγεται ὡς ἐάν ὁ ἄνθρωπος νά βρισκόταν στή μιά μεριά καί ὁ χῶρος ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ.»>

«<᾿Αλλά ὁ χῶρος δέν εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο κάτι τό ὁποῖο βρίσκεται ἀπέναντί του.»>

«<Δέν εἶναι οὔτε ἐξωτερικό ἀντικείμενο οὔτε ἐσωτερικό βίωμα.»>

«<Δέν ὑπάρχουν οἱ ἄνθρωποι καί ἐπί πλέον χῶρος· διότι ὅταν λέω «ἄνθρωπος» καί μέ αὐτήν τή λέξη ἐννοῶ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶναι κατά τρόπο ἀνθρώπινο, δηλαδή ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος κατοικεῖ, τότε μέ τό ὄνομα «ἄνθρωπος» ἤδη κατονομάζω τή διαμονή στό τετραμερές πλησίον τῶν πραγμάτων.»> [ορισμός του ανθρώπου]

«<᾿Ακόμη ΚΙ ΟΤΑΝ συσχετιζόμαστε μέ πράγματα τά ὁποῖα ΔΕΝ βρίσκονται τόσο κοντά μας, ὥστε νά μποροῦμε νά τά ἀδράχνουμε, διαμένουμε ΠΛΗΣΙΟΝ τῶν πραγμάτων καθ᾿ ἑαυτά.»>

«<Δέν παριστοῦμε ἁπλῶς -ὅπως συνήθως διδάσκεται- στόν ἐσωτερικό μας κόσμο τά ἀπόμακρα πράγματα ἔτσι, ὥστε νά ἀναπτύσσονται στόν ἐσώτερό μας κόσμο καί στό κεφάλι μας ἁπλῶς παραστάσεις αὐτῶν τῶν ἀπόμακρων πραγμάτων οἱ ὁποῖες λειτουργοῦν ὡς ὑποκατάστατό τους.»> [vs. representationalism. Δες https://www.facebook.com/photo.php?fbid=592182204144367&set=a.592158817480039.1073741921.100000577796469&type=3&theater]

«<᾿Εάν σκεφτοῦμε τώρα -ὅλοι ἐμεῖς- ἀπό ἐδῶ ὅπου εἴμαστε τήν παλαιά γέφυρα τῆς Χαϊδελβέργης, ἡ σκέψη πού κατευθύνεται πρός ἐκεῖνο τόν τόπο δέν εἶναι ἁπλό ἐσωτερικό βίωμα τῶν ἐδῶ παρόντων προσώπων· ἀπεναντίας, στήν οὐσία τῆς σκέψης μας ἡ ὁποία σκέπτεται τή γέφυρα προσιδιάζει μᾶλλον τό γεγονός ὅτι ἡ ἐν λόγῳ σκέψη ὑφίσταται ἐν ἑαυτῇ μέ ὑπομονή τήν ἀπόσταση πρός αὐτόν τόν τόπο.»> […]

«<᾿Από αὐτό ἐδῶ τό σημεῖο εἴμαστε ἐκεῖ στή γέφυρα καί ὄχι στό περιεχόμενο μιᾶς παράστασης μέσα στή συνείδησή μας.»>

«<Μπορεῖ μάλιστα νά εἴμαστε ἀπό αὐτό ἐδῶ τό σημεῖο πλησιέστερα σέ ἐκείνη τή γέφυρα -καί σέ ὅ,τι αὐτή παραχωρεῖ- ἀπό κάποιον πού τή χρησιμοποιεῖ καθημερινά ὡς ἀδιάφορο μέσο γιά νά περάσει ἐπάνω ἀπό τόν ποταμό.»>

«<Χῶροι καί μαζί τους «ὁ» χῶρος ἔχουν ἤδη πάντοτε παραχωρηθεῖ στήν διαμονή τῶν θνητῶν.»>

Χῶροι διανοίγονται ἐπειδή ἔχουν ἀφεθεῖ νά εἰσέλθουν στό κατοικεῖν τοῦ ἀνθρώπου.

«<Οἱ θνητοί εἶναι, τοῦτο πάει νά πεῖ: κατοικώντας ὑφίστανται μέ ὑπομονή χώρους λόγῳ τῆς διαμονῆς τους σέ πράγματα καί σέ τόπους.»> [“οι θνητοί]”

Καί μόνον ἐπειδή οἱ θνητοί συμφώνως πρός τήν οὐσία τους ὑφίστανται μέ ὑπομονή χώρους, μποροῦν νά διαβαίνουν χώρους.

«<῾Ωστόσο, κατά τή διάβαση τῶν χώρων δέν παραιτούμαστε ἀπό ἐκεῖνο τό ἵστασθαι.»> […]

«<Μᾶλλον διαβαίνουμε συνεχῶς χώρους μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε ἐν προκειμένῳ νά τούς ὑπομένουμε ἤδη ἱστάμενοι, διαμένοντας συνεχῶς πλησίον κοντινῶν καί ἀπόμακρων τόπων.»> [NB]

«<῞Οταν προχωρῶ πρός τήν ἔξοδο τῆς αἴθουσας τῶν διαλέξεων, εἶμαι ἤδη ἐκεῖ καί δέν θά μποροῦσα διόλου νά κατευθύνομαι πρός τά ἐκεῖ ἐάν δέν ἤμουν ἔτσι, ὥστε νά εἶμαι ἐκεῖ.»>

«<Ποτέ δέν εἶμαι μόνον ἐδῶ ὡς αὐτό τό ἀποκομμένο ἀπό τό περιβάλλον σῶμα, ἀλλά εἶμαι ἐκεῖ, δηλαδή ὑφιστάμενος ἤδη μέ ὑπομονή τόν χῶρο καί μόνον ἔτσι μπορῶ νά τόν διαβῶ.»> [NB]

§15. «<᾿Ακόμη καί ὅταν οἱ θνητοί «ἀποσύρονται στόν ἑαυτό τους», δέν παύουν νά ἀνήκουν στό τετραμερές.»> [ΔΙΠΛΟ NB, ]

῞Οταν -ὅπως συνήθως λέμε- ἀναλογιζόμαστε τόν ἑαυτό μας, ἐπανερχόμενοι στόν ἑαυτό μας ἐπιστρέφουμε ἀπό τά πράγματα, χωρίς ποτέ νά ἐγκαταλείπουμε τή διαμονή μας πλησίον τῶν πραγμάτων.

ΑΚΟΜΗ καί ἡ ΑΠΩΛΕΙΑ τοῦ ΔΕΣΜΟΥ μέ τά πράγματα πού ἐμφανίζεται σέ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΕΣ καταστάσεις, δέν θά ἦταν διόλου δυνατό νά συμβεῖ ἐάν καί αὐτή ἡ κατάσταση δέν παρέμενε αὐτό πού εἶναι ὡς ἀνθρώπινη κατάσταση, δηλαδή διαμονή πλησίον τῶν πραγμάτων.

ΜΟΝΟΝ ΟΤΑΝ αὐτή ἡ διαμονή ΔΙΕΠΕΙ ΗΔΗ τό ἀνθρώπινο εἶναι, μποροῦν τά πράγματα πλησίον τῶν ὁποίων εἴμαστε νά μήν μᾶς ὁμιλοῦν καί νά μήν μᾶς ἀφοροῦν πλέον καθόλου.

§16. «<῾Ο δεσμός τοῦ ἀνθρώπου μέ τόπους καί μέσῳ τόπων μέ χώρους στηρίζεται στό κατοικεῖν του.

῾Η σχέση ἀνθρώπου καί χώρου δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τό οὐσιωδῶς ἐννοούμενο κατοικεῖν. »> [“κατοικειν”]

§17. «<ΟΤΑΝ στοχαζόμαστε μέ τόν τρόπο πού ἤδη ἐπιχειρήσαμε τή σχέση τόπου καί χώρου, ὅπως ἐπίσης καί τή σχέση μεταξύ ἀνθρώπου καί χώρου, τότε φωτίζεται ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων τά ὁποῖα εἶναι τόποι καί τά ὁποῖα ὀνομάζουμε ΚΤΙΣΜΑΤΑ.»> [“κτισματα”]

§18. ῾Η γέφυρα εἶναι πράγμα τέτοιου εἴδους.

᾿Οργανώνοντας μιά θέση σέ χώρους ὁ τόπος ἀφήνει τή ἑνιαία σύμπτυξη γῆς καί οὐρανοῦ, θεοτήτων καί θνητῶν νά ἐγκατασταθεῖ στή συγκεκριμένη θέση.

῾Ο τόπος παραχωρεῖ τό τετραμερές κατά μία διπλή ἔννοια.

«<῾Ο τόπος ἀφήνει τό τετραμερές νά ἐμφανιστεῖ καί ὁ τόπος ὀργανώνει τό τετραμερές.»> [“τόπος” “τετραμερές”]

«<᾿Αμφότερα, δηλαδή ἡ παραχώρηση ὡς αὐτό ΠΟΥ ΑΦΗΝΕΙ ΚΑΤΙ ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΕΙ καί ἡ παραχώρηση ΩΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ἀνήκουν σέ μιά ἀμοιβαία συνάφεια.»> [NB] [“τόπος”]

«<῾Ως διττή παραχώρηση ὁ τόπος παρέχει ΦΥΛΑΞΗ (Ηut) ΣΤΟ ΤΕΤΡΑΜΕΡΕΣ ἤ ὅπως λέει ἡ γερμανική λέξη: παρέχει Huis, Haus, δηλαδή ΟΙΚΙΑ.»>

«<Πράγματα τοῦ εἴδους τέτοιων τόπων στεγάζουν τή ΔΙΑΜΟΝΗ τῶν ἀνθρώπων.»> [“διαμονή”]

Πράγματα τέτοιου εἴδους εἶναι στεγάσματα, ὄχι ὅμως κατ᾿ ἀνάγκην κατοικίες μέ τή στενότερη ἔννοια. […]

§19. ῾Η παραγωγή τέτοιων πραγμάτων εἶναι τό ΚΤΙΖΕΙΝ.

῾Η οὐσία του συνίσταται στό γεγονός ὅτι ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ στό εἶδος αὐτῶν τῶν πραγμάτων.

«<Εἶναι τόποι οἱ ὁποῖοι διαθέτουν χώρους.»> [όρια, αναλογίες]

«<Γι᾿ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο τό κτίζειν, ἐπειδή ἀνεγείρει τόπους, εἶναι καθίδρυση καί συναρμογή χώρων.»> [“κτίζειν”]

«<᾿Επειδή τό κτίζειν παράγει τόπους, μέ τή συναρμογή τῶν χώρων τους παρεισφρύει κατ᾿ ἀνάγκην καί ὁ χῶρος ὡς spatium καί ὡς extensio στήν πραγμοειδή διάρθρωση τῶν κτισμάτων.»> [“κτίζειν”, NB]

«<᾿Αλλά τό κτίζειν ποτέ δέν διαμορφώνει «τόν» χῶρο.»>

Οὔτε ἄμεσα οὔτε ἔμμεσα.

«<᾿Εντούτοις τό κτίζειν, ἐπειδή παράγει πράγματα ὡς τόπους, βρίσκεται πλησιέστερα στήν οὐσία τῶν χώρων -καί στήν οὐσιώδη προέλευση «τοῦ» χώρου- ἀπό κάθε εἴδους γεωμετρία καί μαθηματικά.»> […]

«<Τό κτίζειν ἀνεγείρει τόπους οἱ ὁποῖοι παραχωροῦν θέση στό τετραμερές.»> [“κτίζειν”]

«<᾿Από τήν ἑνιαία σύμπτυξη, στήν ὁποία συνανήκουν γῆ καί οὐρανός, οἱ θεότητες καί οἱ θνητοί, τό κτίζειν δέχεται τήν ἐντολή γιά τήν ἀνέγερση τόπων.»> [“κτίζειν”, NB]

«<᾿Από τό τετραμερές παραλαμβάνει τό κτίζειν τά μέτρα γιά κάθε καταμέτρηση καί ἐκμέτρηση τῶν χώρων οἱ ὁποῖοι παραχωροῦνται ἑκάστοτε ἀπό τούς καθιδρυμένους τόπους.»>

«<Τά κτίσματα διαφυλάσσουν τό τετραμερές.»> [“κτίσματα”]

Εἶναι πράγματα τά ὁποῖα μέ τό δικό τους τρόπο φείδονται τοῦ τετραμεροῦς.

«<῾Η φειδωλή ἀντιμετώπιση τοῦ τετραμεροῦς, ἡ διάσωση τῆς γῆς, ἡ δεξίωση τοῦ οὐρανοῦ, ἡ προσδοκία τῶν θεοτήτων, ἡ καθοδήγηση τῶν θνητῶν, τοῦτο τό τετράπτυχο φείδεσθαι εἶναι ἡ ἁπλή οὐσία τοῦ κατοικεῖν.»> [“κατοικείν”] [@Dumut]

«<῎Ετσι τά γνήσια κτίσματα ἀφήνουν τό ἀποτύπωμά τους στό κατοικεῖν ἄγοντάς το στήν οὐσία του καί στεγάζουν συγχρόνως τήν οὐσία αὐτή.»> [κριτήριο αναγνώρισης αυθεντικων κτισματων: εαν αγουν την ουσια του κατοικειν]

§20. Τό κτίζειν ὅπως τό χαρακτηρίσαμε εἶναι ἕνας προνομιακός τρόπος διά τοῦ ὁποίου ἀφήνεται κάτι νά κατοικεῖ. [“κτίζειν”]

᾿Εάν τό κτίζειν εἶναι τοῦτο πράγματι, τότε ἔχει ἤδη ἀνταποκριθεῖ στήν προσαγόρευση τοῦ τετραμεροῦς.

Σέ αὐτήν τήν ἀνταπόκριση παραμένει θεμελιωμένος κάθε προγραμματισμός ὁ ὁποῖος μέ τή σειρά του διανοίγει γιά τίς κατασκευές σχεδιασμάτων τίς προσήκουσες περιοχές.

§21. Μόλις προσπαθήσουμε νά σκεφτοῦμε τήν οὐσία τοῦ ἀνεγείροντος κτίζειν ἐκκινώντας ἀπό τό ἐνέργημα διά τοῦ ὁποίου ἀφήνεται κάτι νά κατοικεῖ [aus dem Wohnenlassen], θά ἀντιληφθοῦμε σαφέστερα σέ τί συνίσταται ἐκεῖνο τό παράγειν τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τόν τρόπο ἐπιτέλεσης τοῦ κτίζειν.

Συνήθως ἐκλαμβάνουμε τό παράγειν ὡς δραστηριότητα τῆς ὁποίας ἡ ἀνάπτυξη ἔχει ὡς ἐπακόλουθο ἕνα ἀποτέλεσμα, τό ὁλοκληρωμένο οἰκοδόμημα.

Μποροῦμε νά παραστήσουμε ἔτσι τό παράγειν: συλλαμβάνουμε τότε κάτι τό ὀρθό κι ὡστόσο δέν προσεγγίζουμε ποτέ τήν οὐσία του ἡ ὁποία εἶναι ἕνα προσάγον παράγειν. [“προσάγον πράγειν”]

«<Γιατί τό κτίζειν ἄγει τό τετραμερές πρός ἕνα πράγμα, τή γέφυρα, καί ΠΡΟΣάγει τό πράγμα ὡς τόπο στά ἤδη παρόντα, τά ὁποῖα παραχωροῦνται μόνον τώρα διά μέσου αὐτοῦ τοῦ τόπου.»> [“κτίζειν”, “παράγειν” ]

§22. Παράγω (hervorbringen) σημαίνει στά ἀρχαία ἑλληνικά τίκτω*.

Στή ρίζα tec αὐτοῦ τοῦ ρήματος συγκαταλέγονται ἡ λέξη τέχνη* καί ἡ γερμανική λέξη Technik.

«<Γιά τούς ῞Ελληνες ἡ λέξη τέχνη* δέν σημαίνει οὔτε δημιουργία καλλιτεχνημάτων οὔτε ἐπιτέλεση χειρωνακτικοῦ ἔργου, ἀλλά δραστηριότητα ἡ ὁποία ἀφήνει κάτι νά ἐμφανισθεῖ ὡς τοῦτο ἤ ἐκεῖνο, ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, μεταξύ τῶν παρόντων.»> [“τέχνη”, …]

«<Οἱ ῞Ελληνες νοοῦν τήν τέχνην*, τό παράγειν, ἔχοντας ὡς ἀφετηρία τό ἐνέργημα διά τοῦ ὁποίου ἀφήνεται κάτι νά ἐμφανισθεῖ [vom Erscheinenlassen her].»> [NB, “τέχνη”, “παράγειν”]

῾Η τέχνη*, ἡ ὁποία πρέπει νά νοεῖται κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπο, κρύβεται ἀπό παλαιά στό τεκτονικό στοιχεῖο τῆς ἀρχιτεκτονικῆς. […]

«<᾿Εξακολουθεῖ ἀκόμη καί τώρα νά κρύβεται καί μάλιστα πιό ἀποφασιστικά στό τεχνικό στοιχεῖο τῆς μηχανικῆς τεχνικῆς.»> [NB, “τέχνη”, “μηχανική τεχνική”]

«<᾿Αλλά ἡ οὐσία τοῦ κτίζοντος παράγειν δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ἐπαρκῶς οὔτε μέ βάση τήν οἰκοδομική τέχνη οὔτε μέ βάση τή μηχανουργία οὔτε μέ βάση τήν ἁπλή σύζευξη ἀμφοτέρων.»> [“κτίζειν”, “οικοδομικη τεχνη”, “μηχανουργια”]

«<Τό κτίζον παράγειν δέν θά προσδιοριζόταν μέ τόν προσήκοντα τρόπο ἀκόμη καί στήν περίπτωση πού θά θέλαμε νά τό νοήσουμε σύμφωνα μέ τήν ἔννοια τῆς πρωταρχικά ἑλληνικῆς τέχνης* μόνον ὡς ἐνέργημα διά τοῦ ὁποίου ἀφήνεται κάτι νά ἐμφανισθεῖ καί τό ὁποῖο προσκομίζει ἕνα παραχθέν ὡς παρ-όν στά ἤδη παρ-όντα. »> [“κτίζειν” “τέχνη”, “κάτι νά ἐμφανισθεῖ” ]

§23. Κτίζω σημαίνει κατ᾿ οὐσίαν ἀφήνω κάτι νά κατοικεῖ.

«<῾Η οὐσιώδης ἐπιτέλεση τοῦ κτίζειν εἶναι ἡ ἀνέγερση τόπων διά τῆς συναρμόσεως τῶν χώρων τους.»> [“κτίζειν”]

«<Μόνον ὅταν δυνάμεθα νά κατοικοῦμε, τότε μποροῦμε νά κτίζουμε.»> [“κτιζειν”, “δυναμεθα να κατοικουμε”]

῎Ας ἀναλογιστοῦμε γιά λίγο μιάν ἀγροικία στόν Μέλανα Δρυμό τήν ὁποία πρίν δύο αἰῶνες ἀκόμη συνέχιζε νά κτίζει τό κατοικεῖν τῶν χωρικῶν.

᾿Εδῶ ἡ ἐπιμονή τῆς δυνάμεως ἡ ὁποία ἀφήνει γῆ καί οὐρανό, τίς θεότητες καί τούς θνητούς νά εἰσέρχονται στά πράγματα ὑπό τήν μορφή ἑνιαίας συμπτύξεως διαρρύθμισε τήν οἰκία.

«<Τοποθέτησε τήν ἀγροικία στήν ἀπάνεμη βουνοπλαγιά πρός τήν μεσημβρία ἀνάμεσα στά λιβάδια κοντά στήν πηγή.»> [!!!]

Τῆς ἔδωσε τήν προεξέχουσα ξύλινη στέγη ἡ ὁποία μέ κατάλληλη κλίση συγκρατεῖ τά φορτία τοῦ χιονιοῦ καί, φθάνοντας κάτω χαμηλά, προστατεύει τίς κάμαρες ἀπό τίς θύελλες τῶν μακρῶν χειμερινῶν νυκτῶν.

Δέν λησμόνησε τό εἰκονοστάσι πίσω ἀπό τό κοινό τραπέζι, παραχώρησε στίς κάμαρες τούς ἱερούς χώρους γιά τό παιδικό κρεβάτι καί τό «δέντρο τῶν νεκρῶν» (Totenbaum), ὅπως ἀποκαλεῖται ἐκεῖ τό νεκροκρέβατο, καί μέ τόν τρόπο αὐτό προδιέγραψε γιά τίς διαφορετικές γενιές πού ζοῦν κάτω ἀπό μία στέγη τόν χαρακτήρα τῆς πορείας τους μέσα στό χρόνο.

Μιά χειρωνακτική ἐργασία, ἡ ὁποία καθ᾿ ἑαυτήν ἐκπήγασε ἀπό τό κατοικεῖν καί ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νά χρησιμοποιεῖ τά ἐργαλεῖα της καί τά ἰκριώματά της ὡς πράγματα, οἰκοδόμησε τήν ἀγροικία.

§24. «<Μόνον ὅταν δυνάμεθα νά κατοικοῦμε, τότε μποροῦμε νά κτίζουμε.»>

῾Η ἀναφορά στήν ἀγροικία τοῦ Μέλανος Δρυμοῦ ἐπ᾿ οὐδενί δέν σημαίνει ὅτι θά ὀφείλαμε καί θά μπορούσαμε νά ἐπιστρέψουμε στήν οἰκοδόμηση τέτοιων ἀγροικιῶν, ἀλλά αἰσθητοποιεῖ μέ τή συνδρομή ἑνός ὑπάρξαντος [gewesenen] κατοικεῖν τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο τοῦτο ἐδύνατο νά κτίζει. [@Dumut]

§25. «<Τό κατοικεῖν ὅμως εἶναι τό θεμελιῶδες γνώρισμα τοῦ εἶναι, συμφώνως πρός τό ὁποῖο οἱ θνητοί εἶναι.»> [“κατοικείν”, “θνητοί”]

῎Ισως ἡ προσπάθεια αὐτή νά σκεφτοῦμε τό κατοικεῖν καί τό κτίζειν διευκρινίζει ὥς ἕνα βαθμό ὅτι τό κτίζειν ἐνέχεται στό κατοικεῖν καί ἀποσαφηνίζει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο προσλαμβάνει ἀπό αὐτό τήν οὐσία του.

«<Θά εἴχαμε ἤδη κερδίσει ἀρκετά ἐάν κατοικεῖν καί κτίζειν ἀνυψώνονταν στό ἐπίπεδο τοῦ ἀξιερώτητου καί ἔτσι παρέμεναν κάτι ἀξιονόητο. »> [NB]

§26. Τό γεγονός ὡστόσο ὅτι τό σκέπτεσθαι καθ᾿ ἑαυτό ἐνέχεται στό κατοικεῖν μέ τήν ἴδια ἔννοια ὅπως τό κτίζειν, ἁπλῶς κατά ἕνα διαφορετικό τρόπο, μπορεῖ ἐνδεχομένως νά τό πιστοποιήσει ἡ ὁδός στήν ὁποία δοκίμασε ἐδῶ ἡ σκέψη μας νά πορευτεῖ. [“σκέπτεσθαι”, “ἐνέχεται στό κατοικεῖν μέ τήν ἴδια ἔννοια ὅπως τό κτίζειν, ἁπλῶς κατά ἕνα διαφορετικό τρόπο”]

§27. «<Τό κτίζειν καί τό σκέπτεσθαι εἶναι ἑκάστοτε μέ τόν δικό τους τρόπο ἀναπόφευκτα γιά τό κατοικεῖν.»>

᾿Αμφότερα ὅμως δέν ἐπαρκοῦν γιά τό κατοικεῖν ὅσο ἐπιτελοῦν τή δική τους λειτουργία ξεχωριστά ἀντί νά ἀκοῦν τό ἕνα τό ἄλλο. […]

Τοῦτο τό δύνανται ὅταν ἀμφότερα, τό κτίζειν καί τό σκέπτεσθαι, ἀνήκουν στό κατοικεῖν, παραμένουν ἐντός τῶν ὁρίων τους καί γνωρίζουν ὅτι τόσο τό ἕνα ὅσο καί τό ἄλλο ἔχουν τήν καταγωγή τους στό ἐργαστήριο μιᾶς μακρᾶς ἐμπειρίας καί ἀδιάλειπτης ἄσκησης.

§28. Προσπαθοῦμε νά σκεφτοῦμε τήν οὐσία τοῦ κατοικεῖν.

Τό ἑπόμενο βῆμα σέ αὐτήν τήν πορεία θά ἦταν νά θέσουμε τό ἐρώτημα: σέ τί κατάσταση βρίσκεται τό κατοικεῖν στήν ἐπισφαλή [bedenklichen] ἐποχή μας;

῾Ομιλοῦν παντοῦ καί δικαίως περί τῆς ἀνάγκης γιά κατοικίες.

Δέν περιορίζονται μόνο σέ λόγια, προχωροῦν καί σέ ἔργα.

Προσπαθοῦν νά καλύψουν τήν ἀνάγκη μέ τή δημιουργία κατοικιῶν, μέ τήν προώθηση τῆς κατασκευῆς κατοικιῶν, μέ τό σχεδιασμό τῆς ὅλης οἰκοδομικῆς δραστηριότητας.

῞Οσο σκληρό καί πικρό, ὅσο ἀνασταλτικό καί ἀπειλητικό κι ἄν παραμένει τό ἔλλειμμα σέ κατοικίες, ἡ καθαυτό ἀνάγκη ἐν σχέσει πρός τό κατοικεῖν δέν συνίσταται πρωταρχικά στήν ἔλλειψη κατοικιῶν.

῾Η καθαυτό ἀνάγκη ἐν σχέσει πρός τό κατοικεῖν εἶναι ἐπίσης παλαιότερη ἀπό τούς παγκόσμιους πολέμους καί τίς καταστροφές, παλαιότερη ἐπίσης ἀπό τήν αὔξηση τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς καί τήν κατάσταση τῶν βιομηχανικῶν ἐργατῶν.

«<῾Η καθαυτό [eigentliche = ἰδιάζουσα] ἀνάγκη ἐν σχέσει πρός τό κατοικεῖν συνίσταται στό γεγονός ὅτι οἱ θνητοί πρέπει νά ἀναζητοῦν πάντοτε ἐξ ἀρχῆς τήν οὐσία τοῦ κατοικεῖν, στό γεγονός ὅτι πρέπει πρῶτα νά μάθουν νά κατοικοῦν.»> […]

Τί θά συνέβαινε ἄραγε ἐάν ἡ ἀνεστιότητα [Heimatlosigkeit] τοῦ ἀνθρώπου συνίστατο στό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν σκέπτεται ἀκόμη τή καθαυτό [eigentliche = ἰδιάζουσα] ἀνάγκη ἐν σχέσει πρός τό κατοικεῖν ὡς τήν ἀνάγκη; [“ἀνεστιότητα”]

᾿Αφ᾿ ἧς στιγμῆς ὅμως ὁ ἄνθρωπος σκέπτεται τήν ἀνεστιότητα, αὐτή δέν συνιστᾶ πλέον ἄθλια κατάσταση.

«<᾿Εάν τήν σκεφτοῦμε ὀρθῶς καί τήν διαφυλάξουμε καλά στό νοῦ, τότε ἡ ἀνεστιότητα εἶναι ἡ μοναδική προσαγόρευση ἡ ὁποία καλεῖ τούς θνητούς νά εἰσέλθουν στό χῶρο τοῦ κατοικεῖν. »> […]

§29. Πῶς ἀλλιῶς ὅμως μποροῦν οἱ θνητοί νά ἀνταποκριθοῦν σέ αὐτήν τήν προσαγόρευση παρά ἐπιχειρώντας ἀπό τήν δική τους πλευρά νά προσάγουν, στηριζόμενοι στόν ἑαυτό τους, τό κατοικεῖν στήν πληρότητα τῆς οὐσίας του;

«<Τό ἐπιτελοῦν ὅταν κτίζουν μέ ἀφετηρία τό κατοικεῖν καί σκέπτονται χάριν τοῦ κατοικεῖν.»>

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s