Αυτό ήταν το καταλυτικό επιχείρημα του Αριστοτέλη για την ανυπαρξία του κενού.

Ο Αριστοτέλης απορρίπτει τα επιχειρήματα των ατομικών φιλοσόφων τα οποία χρησιμοποιούν την ύπαρξη της κατά τόπον κίνησης για να αποδείξουν την πραγματικότητα του κενού.

Η κίνηση δεν προϋποθέτει το κενό, γιατί τα σώματα μπορούν να ανταλλάσσουν τόπους, χωρίς να υπάρχει κάποιο ενδιάμεσο διάστημα χωριστό από τα ίδια τα σώματα.

Μέσα στο κενό δεν μπορεί να υπάρξει προσανατολισμός της κίνησης προς μια κατεύθυνση και όχι προς μια άλλη, ή να υπάρξει λόγος ολοκλήρωσής της εδώ και όχι αλλού.

Λέει λοιπόν ο Αριστοτέλης:

«κανείς δεν θα μπορούσε να πει γιατί ένα σώμα, αφού ετέθη σε κίνηση, θα έπρεπε να σταματήσει κάπου· γιατί για ποιο λόγο θα έπρεπε να σταματήσει εδώ και όχι εκεί; Έτσι ώστε ένα σώμα είτε θα ηρεμεί, είτε θα πρέπει να κινείται επ’ άπειρον, εκτός και αν κάτι πιο ισχυρό το εμποδίσει».*[Αριστοτέλη, Φυσικά, 215a 19-21: «έτι ουδείς αν έχοι ειπείν διά τί κινηθέν στήσεταί που· τί γάρ μάλλον ενταύθα ή ενταύθα; ώστε ή ηρεμήσει ή εις το άπειρον ανάγκη φέρεσθαι, εάν μή τι εμποδίση κρείττον».]

Το ενδιαφέρον όμως με αυτό το επιχείρημα του Αριστοτέλη είναι ότι διατυπώνει, για πρώτη φορά στην ιστορία, την αρχή της αδράνειας («ένα σώμα ή θα ηρεμεί, ή θα πρέπει να κινείται έπ’ άπειρον, εκτός εάν κάτι πιο ισχυρό το εμποδίσει») και την απορρίπτει*[Ουσιαστικά αυτό που φροντίζουν κατά τον Μεσαίωνα όλοι οι μελετητές είναι να αποφύγουν όλα τα αδρανειακά αποτελέσματα.].

Κατά τον Αριστοτέλη καλά κάνουμε να αναρωτιόμαστε:

«Περί δε των φερομένων έχει καλώς διαπορήσαι τινα απορίαν πρώτον. Ει γαρ παν το κινούμενον κινείται υπό τινος, όσα μη αυτά εαυτά κινεί, πώς κινείται ένια συνεχώς μη απτομένου του κινήσαντος, οίον τα ριπτούμενα;»*[Φυσικής Ακροάσεως Θ, 266b 27-30.],

δηλαδή πώς αυτά τα οποία πετάμε με το χέρι μας (όπως ένα βέλος, μία πέτρα που πετάμε), από την στιγμή που παύει να ενεργεί η δύναμη που επιδρά πάνω σε αυτά (όταν το βέλος φεύγει από την χορδή, η πέτρα από το χέρι), πως κινούνται, αφού σταματά να επιδρά η δύναμη;

Μέσα στο πλήρες η κίνηση μπορεί να επιτελεσθεί ως δίνη*[Κίνηση «δι’ αντιπερίστασιν».]. Το βέλος, για παράδειγμα, μπορεί να διατηρήσει την κίνηση που του έχει δοθεί από την κινούσα δύναμη μόνο χάρη στη βοήθεια που του δίνει το μέσο εντός του οποίου κινείται (δηλ. ο αέρας). Σύμφωνα με την «αντιπερίστασιν» καθώς προχωράει κάτι, σπρώχνοντας τον αέρα από μπροστά, ο αέρας πηγαίνει από πίσω, έτσι όπως είναι αυτό το βέλος (Σχ.1), πηγαίνει από πίσω ο αέρας και αυτό ουσιαστικά σπρώχνει το βέλος προς τα εμπρός:

«έτι νυν μεν κινείται τα ριπτούμενα του ώσαντος ουχ απτομένου, ή δι’ αντιπερίστασιν, ώσπερ ένιοί φασιν, ή δια το ωθείν τον ωσθέντα αέρα θάττω κίνησιν της του ωσθέντος φοράς ήν φέρεται εις τον οικείον τόπον».*[Φυσικής Ακροάσεως Θ, 215a 14-17.]

Η ύπαρξη κενού δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από την πύκνωση και την αραίωση των σωμάτων. Η πύκνωση και η αραίωση μπορούν να εξηγηθούν ως βαθμοί έντασης μέσα στο πλήρες. Το κενό δεν υπάρχει ενεργεία αλλά μόνο δυνάμει: ενώ μπορούμε πάντα να βρίσκουμε ένα σώμα που είναι αραιότερο από ένα άλλο (δεν υπάρχει όριο στην αραίωση), η ύλη, ανεξάρτητα από τον βαθμό αραιότητάς της, παραμένει ενεργεία συνεχής σε όλο το σύμπαν*[Μετά τα Φυσικά 1048b 9 – 17.].

Πηγή: http://epo31dm.blogspot.gr/2004/11/blog-post.html

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s